katsarosdervisaki.jpg (12949 bytes)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - “ΔΕΡΒΙΣΑΚΙ”

Αποτελεί τον τρίτο δίσκο της σειράς “Σπάνια ρεμπέτικα”. Ένα μύθο της Ελληνικής λαϊκής μουσικής των ΗΠΑ που βρίσκεται σε πλήρη δραστηριότητα Παρά το γεγονός ότι ξεπέρασε τα εκατό χρόνια ζωής, έρχεται να τιμήσει αυτή η έκδοση παραδίδοντας στους φίλους του ρεμπέτικου μερικά από τα άγνωστα μικρά αριστουργήματα του περίφημου κιθαρίστα και τραγουδιστή συμπληρώνοντας ότι μέχρι σήμερα έχει εκδοθεί από το έργο του.

CATALOGUE NUMBER: 0018-001-1 (LP) 0018-001-2 (CD)  

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ (ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ)

Έναν μύθο της Ελληνικής λαϊκής μουσικής των ΗΠΑ, που βρίσκεται σε πλήρη δραστηριότητα, παρά το γεγονός ότι ξεπέρασε τα εκατό χρόνια ζωής, έρχεται να τιμήσει αυτή η έκδοση, παραδίδοντας στους φίλους του ρεμπέτικου - και όχι μόνο- μερικά από τα άγνωστα μικρά αριστουργήματα του περίφημου αυτού κιθαρίστα και τραγουδιστή, συμπληρώνοντας ότι μέχρι τώρα εκδόθηκε από το έργο του.

Ο Γεώργιος Κατσαρός (Θεολογίτης) γεννήθηκε στην Αμοργό ανάμεσα στο 1888 και το 1893 (η ακριβής ημερομηνία ίσως μείνει άγνωστη). Χάνοντας σε ηλικία πέντε χρόνων - σε ατύχημα- τον πατέρα του, μεγάλωσε στην αγκαλιά του παππού και της μητέρας του, ακούγοντας από τα παιδικά του χρόνια -κυρίως από τον καλλίφωνο παππού του- τα τραγούδια των νησιών του Αιγαίου πελάγους και των παραλίων της Μικράς Ασίας.

Στις αρχές του αιώνα μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν η μητέρα του για να ζήσει αυτόν και την αδελφή του, εργάστηκε σαν μαγείρισσα σε σπίτια γνωστών προσωπικοτήτων της κοινωνικής ζωής των Αθηνών. Γύρω στο 1905 κατέληξε να εργάζεται- πάντα σαν μαγείρισσα- με το υπηρετικό προσωπικό των Ανακτόρων, στην περίοδο βασιλείας του Γεωργίου του Α- του μοναδικού ίσως συμπαθούς βασιλιά των Ελλήνων, που δολοφονήθηκε το 1913 στη Θεσσαλονίκη.

Θά 'ταν λίγο πριν το 1910 όταν άρχισε να βγάζει τα πρώτα του χρήματα σαν κιθαρίστας και τραγουδιστής, παίζοντας άλλοτε μόνιμα κι άλλοτε σαν περιφερόμενος τραγουδιστής, στους ψυχαγωγικούς χώρους του Φαλήρου, της Καστέλλας, της Πειραϊκής και σε άλλα μέρη του Πειραιά και της Αθήνας, τραγουδώντας κυρίως ελαφρά και επιθεωρησιακά τραγούδια της εποχής.

Το γεγονός ότι ο θείος του εργαζόταν στην αστυνομική διεύθυνση Πειραιώς είχε σαν αποτέλεσμα ο νεαρός Γιώργος να κατεβαίνει συχνά στον Πειραιά, να ανακατεύεται με τους νεαρούς μάγκες και να αποτυπώνει τα τραγούδια τους, πολλά από τα οποία επανέφερε αργότερα στη δισκογραφία της Αμερικής.

Με όπλο την κιθάρα του, επιβιβάστηκε το Δεκέμβριο του 1913- και με την συνοδεία του θείου του- στο πλοίο για το μεγάλο ταξίδι και έφτασε στη Νέα Υόρκη τις πρώτες μέρες του 1914.

Ο Γιώργος Κατσαρός το μόνο επάγγελμα που θυμάται να έκανε σε όλη του τη ζωή, ήταν αυτό του μουσικού. Πράγματι, με την άφιξή του "προσχώρησε" στην ορχήστρα του "Στρατού της Σωτηρίας" -φιλανθρωπικής οργάνωσης που συγκέντρωνε χρήματα για τους φτωχούς- και μετά λίγους μήνες "εντόπισε" τα γνωστά -στα επόμενα χρόνια από τη δισκογραφία- πρόσωπα των Ελλήνων μουσικών και τραγουδιστών. Έτσι μπήκε στην παρέα της Αμαλίας Βάκα, της κας Κούλας, του ζεύγους Μαρίκας και Κώστα Παπαγκίκα κ.α.

Μέχρι το Δεκέμβριο του 1919, που ηχογραφεί τον πρώτο δίσκο του, (Ελληνική απόλαυσης- Α! Κακούργα Έλλη), παίζει και τραγουδά με Ελληνικά μουσικά συγκροτήματα, είτε μόνος, στα διάφορα στέκια του Ελληνισμού κυρίως στη Δυτική ακτή (Νέα Υόρκη, Φιλαδέλφεια, Νέα Υερσέη, Βοστόνη κλπ.).

Η επιτυχία των πρώτων τραγουδιών του ανοίγει για την επόμενη εικοσαετία (20-40) το δρόμο των μεγάλων ταξιδιών και περιηγήσεων ανά τις εστίες του Ελληνισμού, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και σ' ολόκληρο τον κόσμο. Δεκάδες πολύμηνα ταξίδια στις Ινδίες, Αυστραλία, Αφρική, Λατινική Αμερική και Ευρώπη κάνουν τον Γιώργο Κατσαρό γνωστό και διάσημο σε όλους τους Έλληνες λάτρεις της λαϊκής μουσικής.

Ο μεγάλος έρωτας με τη σπουδαία Μεξικάνα χορεύτρια ΡΙΟ-ΡΙΤΑ (το 1923-28) τον φέρνει στο χώρο του Χόλυγουντ, όπου εκτός από το ότι γυρίζει και δύο ταινίες -στην εποχή του βωβού βέβαια- σαν πρωταγωνιστής, γνωρίζεται και γίνεται φίλος με πολλά από τα "αστέρια" του κινηματογράφου, από τον Σαρλώ και την Τζην Χάρλοου, μέχρι τον Κλάρκ Γκέημπλ, τον Βαλεντίνο, τον Χάμφρευ Μπόγκαρτ, τη Ρίτα Χαίηγουορθ κ.α.

Το 1923 γνωρίζεται στην Καλιφόρνια (Λος Άντζελες) με τον μεγάλο κιθαρίστα Αντρέ Σεγκόβια και αλληλοθαυμαζόμενοι, έμειναν φίλοι μέχρι και το 1987, χρονιά που πέθανε ο Σεγκόβια.

Η αντιπαράθεση για τον έλεγχο της οικονομικής ζωής στο Σικάγο της δεκαετίας του 20, τον φέρνει να εργάζεται στα κέντρα που ελέγχονταν από τον Αλ Καπόνε, που ήταν και αυτός θαυμαστής του Κατσαρού.

Αν και ο Γιώργος Κατσαρός περιλαμβάνει στο ρεπερτόριό του εκατοντάδες -ίσως και χιλιάδες- τραγούδια, εκ τούτοις στη δισκογραφία της εποχής δεν πέρασε παρά μια εκατοντάδα τραγουδιών σε δύο περιόδους, 1919-1938 και 1945-1955. Το γεγονός αυτό- όπως φαίνεται και από τη μελέτη της δισκογραφίας της εποχής- ήταν σχετικό με τις μικρές - και εφ' άπαξ - αμοιβές που κατέβαλαν οι δισκογραφικές εταιρίες και συνέβη με όλους τους τραγουδιστές της εποχής, με εξαίρεση τον Τέτο Δημητριάδη (280 τραγούδια), την κα Κούλα (200 τραγούδια, με δική της όμως εταιρία) και τη Μαρίκα Παπαγκίκα (200 τραγούδια).

Βρέθηκε για λίγους μήνες στην Ελλάδα, το 1927-28, όπου γνώρισε και τον γνώρισαν από κοντά για μοναδική φορά, σημαντικά πρόσωπα της Ελληνικής λαϊής μουσικής σκηνής όπως ο Παναγιώτης Τούντας, ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Μήτσος Αραπάκης, ο Κώστας Καρίπης κ.α., με τους οποίους έπαιξε σε διάφορες εκδηλώσεις στην Αθήνα, τον Πειραιά, τα Μέγαρα και αλλού.

Όταν πέθανε η μητέρα του (δεκαετία του 20), φρόντισε να πάει στην Αμερική και η μοναδική του αδελφή, που παντρεύτηκε και το 1938 βρέθηκε στην Αθήνα με τον άντρα της. Η κήρυξη του πολέμου την ανάγκασε να μείνει στην Ελλάδα και τα χρόνια της κατοχής έζησε στο οικογενειακό τους σπίτι στην Καλλιθέα. Η ανάμειξή της σ' ένα δίκτυο διάσωσης και αποστολής σημαντικών προσώπων του Αμερικανικού στρατού στη Μέση Ανατολή, είχε σαν αποτέλεσμα να αναχωρήσει με ειδικό αεροπλάνο που έστειλε ο πρόεδρος Ρούσβελτ μόλις έφυγαν οι Γερμανοί (τέλος του 1944) και να παρασημοφορηθεί για την προσφορά της. Ήταν η δεύτερη φορά μετά το 1933 που ο Γιώργος Κατσαρός παρακάθισε σε γεύμα με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών με την ευκαιρία αυτή.

Ήταν η αδελφή του λοιπόν (πολύ καλή ερασιτέχνης τραγουδίστρια) που μετέφερε, όπως θυμόταν βέβαια, και μερικά τραγούδια της κατοχής, όπως τους "Σαλταδόρους" και το "Μας πήγαν εξορία", τα οποία τύπωσε σε δίσκους μετά τον πόλεμο.

Ο Γιώργος Κατσαρός συνέχισε να παίζει και να τραγουδά σε επαγγελματική βάση ακόμα και τη δεκαετία του 80. Από το 1960 όμως έχει εγκατασταθεί στο μικρό και ωραίο - και κάποτε σφουγγαράδικο- χωριό των Ελλήνων του Κόλπου του Μεξικού, το Tarpon Springs, όπου και τον συνάντησα για πρώτη φορά το 1987.

Όσοι συμμετείχαν το 1988 στις πολύωρες παρουσιάσεις του Γιώργου Κατσαρού στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στο Θέατρο δάσους στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορεί παρά να θαυμάζουν τον ευγενή αιωνόβιο αυτόν έφηβο.